You are hereΘρακικό πέλαγος: Παράδεισος σε παρακμή

Θρακικό πέλαγος: Παράδεισος σε παρακμή


zaboglou1.jpg

Στο πολύπαθο του γυρισμού ταξίδι, ο άνεμος ξώριασε στη γη των Κικόνων τον Ομηρικό ήρωα. Εκεί, στην Ισμαρο, ο ιερέας του Απόλλωνα Μάρωνας έδωσε στον βασιλιά της Ιθάκης δώρο πολύτιμο, δώδεκα στάμνες κόκκινο, γλυκό, παλιό κρασί. Με το κρασί αυτό μέθυσε ο θείος Οδυσσεύς τον Κύκλωπα Πολύφημο. Από τον Μάρωνα πήρε το όνομά της η περιοχή της Μαρώνειας που θα είχα ως βάση για την αποστολή εξερεύνησης του Θρακικού, φιλοξενούμενος διαπρεπούς ψαροτουφεκά. Με τη βοήθειά του και χάρη στις θρυλούμενες καταδυτικές του ικανότητες θα ιχνηλατούσα έναν απίστευτο πλούτο πολύ διαφορετικών μεταξύ τους υποβρύχιων συστημάτων, που περιλάμβανε τις εκβολές του Εβρου με τις εκτενείς, θολές και κρύες αποχές, το νησί της Σαμοθράκης, τα βιβάρια και τη λιμνοθάλασσα του Πόρτο Λάγος, την κληρονομιά ενός από τους σπουδαιότερους υφάλους της χώρας, τη μυθική  Λαδόξερα.

Ο Δημήτρης, γέννημα θρέμμα Θρακιώτης, είναι ψαροτουφεκάς τρίτης γενιάς. Αν και 46 ετών, μοιάζει δέκα χρόνια μικρότερος. Τον είδα να πραγματοποιεί, φορώντας σταθερά στη μέση του μια ζώνη βάρους τεσσάρων κιλών, αλλεπάλληλες καταδύσεις σε βάθος 43 μέτρων σ’ έναν πάγκο στη μέση του Θρακικού, προκειμένου να ξεβραχώσει ψάρι από το θαλάμι. Με το επιχειρησιακό βάθος που τεκμηριωμένα διαθέτει αυτός ο μεγάλος υποβρύχιος κυνηγός, έχει την τύχη να ψαρεύει σε μια αχανή θαλάσσια ζώνη και κατά βάθος ανεξερεύνητη και ελάχιστα «χαρτογραφημένη» από το σινάφι μας. Ο Δημήτρης εξελίχθηκε σε επίλεκτο μέλος μιας μεσογειακής ελίτ κυνηγών μέσω της πυκνής του ενασχόλησης, αν και διαφοροποιείται ουσιαστικά απ’ την μάλλον «ανοιχτή», εξωστρεφή, πολιτισμική κληρονομιά των Ευρωπαίων κυνηγών: δεν πίνει, δεν καπνίζει, κυνηγά τον χειμώνα μόνος του στα δάση της Ροδόπης αγριόχοιρους, θεωρεί τον εαυτό του άτρωτο και πιστεύει ότι οποιοσδήποτε έχει κινδυνεύσει σοβαρά κάτω απ’ την επιφάνεια είναι ανάξιος να ψαρεύει, «οφείλει να τα παρατά».

Περήφανος για την εγκατάλειψη της πράξης του ψαρέματος από όσους δύτες του έκαναν τον βαρκάρη «επειδή έβρισκαν μάταιο τον ανταγωνισμό», αμφιβάλλει κατά πόσο η γνώση που αποκόμισε εδώ και 30 χρόνια μπορεί να μεταδοθεί: «Σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορέσεις να μπεις στο μυαλό μου. Οποιος με συναναστρέφεται δύναται να δει μόνο τα επιφανειακά!» με προειδοποίησε. Παρόλη την αυστηρότητα και τη δεσποτική φιγούρα του πατέρα, ο γιος του Δημήτρη, ο σεμνός Φαίδων, μαθητής Λυκείου, μυήθηκε με επιτυχία στο υποβρύχιο ψάρεμα χάρη στην τεχνική της καθοδηγούμενης ενεργού διαδοχικής προσπάθειας που, όπως μου περιέγραψε ο πατέρας, προϋποθέτει την προσαρμογή του επιπέδου δυσκολίας της αλιευτικής προσπάθειας στο επίπεδο ικανότητας του μαθητή. Τώρα πια η παρέμβασή του ως ειδικού έχει μειωθεί σταδιακά κατά την πορεία της μαθήτευσης.

Μια ακόμα ισχυρή πεποίθηση που κυβερνά αυτόν τον ψαρά είναι πως «δεν πρέπει να μαθαίνει ο κόσμος αποτελεσματικές τεχνικές, γιατί η ευρύτερη γνώση θα επιφέρει τεράστια ζημιά στη θάλασσα».

Για την ιστορία...

Από τα χρόνια του Αριστοτέλη, το νοητό τρίγωνο ανάμεσα στις εκβολές του Εβρου, τη Λαδόξερα και τη Σαμοθράκη, συνιστούσε μια κιβωτό κορυφαίας αλιευτικής αξίας. Μέχρι το 1930 δεν ήταν σπάνια η σύλληψη οξύρρυγχων, «βάρους δεκάδων οκάδων». Αυτό το ψάρι, με το πολύτιμο μαύρο χαβιάρι θεωρείται εξαφανισμένο. Ενα άλλο ψάρι με αβέβαιη τύχη είναι ο γκρανιός, ένα μεγαλόσωμο είδος της οικογένειας των σκιαινιδών. Σύμφωνα με την έγκριτη μαρτυρία του Θέμου Ποταμιάνου, οι γκρανιοί σύχναζαν στις σπουδαίες ξέρες του Βορείου Αιγαίου, στη Λαδόξερα και στους Μέθωνες της Λήμνου. Από τα μουγκρητά που άκουγαν οι αρχαίοι ψαράδες όταν έφταναν στα κεφάλια των υφάλων και τα οποία παράγονται από τον μυ της νηκτικής του κύστης πήρε και το όνομα γκρανιός. Οι παλιοί Θρακιώτες ψαράδες θεωρούν ως τόπο αναπαραγωγής του το ποτάμι. «Ταξίδευαν νωχελικά, σε ζευγάρια στα κατώτερα κρύα ρεύματα με προορισμό τον Εβρο. Οταν έφταναν στο ποτάμι, έμεναν ακίνητοι επί μέρες, ό,τι κι αν συνέβαινε γύρω τους. Μέχρι το ’50 κοπάδια τεράστιων ψαριών ''αγκυροβολούσαν'' σε τόπους του ποταμιού. Οι γκρανιοί μούγκριζαν σαν αγελάδες σε εκείνα τα πάνθολα σημεία και έτσι γινόντουσαν αντιληπτοί».

Ο Νεοπτόλεμος Τερλεμές, δεινός sportsman της Μαρώνειας, είχε πληροφορηθεί για έναν θαρραλέο τύπο «που έδενε σε σκοινί γάντζο και αψηφώντας τα παγωμένα νερά βουτούσε, ψαχούλευε το ψάρι και μόλις έβρισκε τα βράγχια, με μια απότομη κίνηση κάρφωνε. Τότε οι σύντροφοί του που περίμεναν πάνω στη βάρκα, το πάλευαν μέχρι να το κουράσουν και να το βγάλουν, ψάρι συχνά 50 κιλών...». Αν και ορισμένοι ψαράδες στο ποτάμι υποστηρίζουν ότι ακόμη και σήμερα, τις πρώτες μέρες του Νοέμβρη, μερικά ψάρια ακούγονται σε συγκεκριμένα μέρη, ο Δημήτρης είναι πολύ απαισιόδοξος για την τύχη αυτού του ψαριού. Η τελευταία φορά που αντίκρισε ήταν το 2002, σε μια μεσοπέλαγη τραγάνα, λίγο πιο βαθιά από τα 30 μέτρα. «Αυτά τα ψάρια δείχνουν να αδιαφορούν για την παρουσία σου και συνεχίζουν την πορεία τους. Τελικά μόνο η μεγάλη παραμονή μου στην κρυψώνα επέτρεψε τη σύλληψη δύο τριαντάκιλων γκρανιών με μια τουφεκιά, ψάρια που ήλθαν στο καρτέρι κολυμπώντας εξαιρετικά αργά. Μαζί τους, λίγο πιο πίσω, περιπολούσε και ένα κορωνάτο φαγκρί...»

Κάποτε, όχι πολύ παλιά, στις ακτές του Θρακικού συνωστίζονταν μεγάλα και μικρά ψάρια, μια τεράστια ποικιλία θαλάσσιων ζώων σε μια θάλασσα που έσφυζε από ζωή. Αρχισα να συνειδητοποιώ τι είχε κάποτε το Θρακικό όταν ήπια καφέ με έναν βετεράνο που βούτηξε κρατώντας ψαροτούφεκο, το 1955, στη Μαρώνεια. Οπως λέει κι ένας νοσταλγικός στίχος «δεν ξέρεις τι έχεις ώσπου να το χάσεις...».

«Τα ψάρια που υπήρχαν τότε, μόνο σε ντοκιμαντέρ και σε ιχθυοτροφεία μπορούμε να τα δούμε τώρα. Τα ψάρια ήταν άφοβα. Λαβράκια δύο και τριών οκάδων περιεργάζονταν το ψαροτούφεκο σε απόσταση λιγότερη από μισό μέτρο. Ψάρευα διαλέγοντας κάτω από βράχια τα μεγαλύτερα ψάρια. Αφθονα τα ψάρια! Υπήρχαν άσπροι σαργοί μιας οκάς και περισσότερο. Τσιπούρες δύο και τριών οκάδων. Ψάρευα στις ακτές, στα Αβδηρα, όπου οι πλάκες που ξενερίζουν στην άμπωτη, είχαν από κάτω εκατό σαργούς η καθεμία. Τώρα είναι σεληνιακό τοπίο. Η πλάκα της Λάφρης ήταν ο παράδεισος του ψαροτουφεκά, κούφια βράχια, δύο και τρία μέτρα βάθος, γεμάτα ό,τι ψάρι θέλει να δει ο ψαροτουφεκάς. Στο Φανάρι, Αρωγή και πλάκες Μέσης οι τσιπούρες, κάτω απ’ τα βράχια ήταν η μια δίπλα στην άλλη και επειδή δεν τις χωρούσε ο βράχος, οι ουρές τους φαίνονταν να προεξέχουν. Στις βραχονησίδες Μυρμήγκια πήγαινα κολυμπώντας το πρωί και επέστρεφα το βράδυ με διακόσιες οκάδες διαλεγμένα ψάρια. Ο κόσμος που δεν είχε ξαναδεί τέτοιο πράγμα νόμιζε ότι κάνω ένα ηρωικό κατόρθωμα. Δεν φαντάζονταν ότι τα ψάρια τα μάζευα τόσο εύκολα, όπως μαζεύουν τα μαρούλια στον μπαχτσέ. Ο κάθε βράχος που είχε από κάτω τρύπα, είχε σαργούς και τσιπούρες που δεν πρόκειται να συναντήσει σήμερα ο ψαροτουφεκάς...»

Η κουβέντα με τον παλαίμαχο πριν σηκωθούμε από το τραπέζι μετατοπίζεται στην τύχη που επιφυλάχθηκε αργότερα στους παράκτιους βυθούς που πρώτος εξερεύνησε: «Νόμιζα ότι αυτό θα συνεχιζόταν πάντοτε. Ομως τη δεύτερη χρονιά διαπίστωσα ότι τα ψάρια ήταν πολύ λιγότερα. Την τρίτη χρονιά τα ρηχά βράχια ήταν άδεια. Αν και άρχισα πια να ψαρεύω με αυτοσχέδια στολή ως τον Δεκέμβριο, την τέταρτη και πέμπτη χρονιά που ψάρεψα, τα ρηχά βράχια ήταν άδεια από ψάρια. Τα καταστήματα πια πουλούσαν και ψαροτούφεκα και μάσκες. Οποιος ήξερε να κολυμπά γινόταν ψαροτουφεκάς. Για να βρίσκω ψάρια αναγκαζόμουν να βουτώ μέχρι και είκοσι μέτρα. Στα ρηχά έβρισκα ψάρια μόνο σε ορισμένες βαθιές τρύπες που τις είχα επισημάνει. Από τότε η κατάσταση χειροτέρευε κάθε χρόνο...». Στην παρέα μας ήλθε να προστεθεί άλλος ένας θιασώτης εδώ και δεκαετίες του υποβρυχίου ψαρέματος, που συμπλήρωσε: «Εισήλθαμε και κατακτήσαμε έναν χώρο άτσαλα, διώχνοντας τα έμβια όντα που κυριαρχούσαν παλιότερα. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να μην υπάρχει κίνητρο πλέον, ειδικά για όσους πλησιάζουν την τριακονταετία στη θάλασσα και έχουν συγκριτικές παραστάσεις. Η γνώση του πώς ήταν η θάλασσα που ψαρεύω πριν 25 χρόνια και η πεποίθησή μου ότι επιστροφή δεν δύναται να υπάρξει, έχει συντελέσει στο χάσιμο της ικανοποίησης που δοκίμαζα παλιότερα και στην πεσιμιστική μου διάθεση, όποτε ενδύομαι τη στολή του δύτη...».

Συγκρίσεις

Προσπαθώντας να κατανοήσω την ιστορία της θαλάσσιας πανίδας χρησιμοποίησα την τεχνική της σύγκρισης φωτογραφιών ψαράδων με τα «τρόπαιά» τους για μια περίοδο σαράντα χρόνων, στην περιοχή του Θρακικού πελάγους. Μέχρι το 1960, οι ψαράδες σπάνια απαθανάτιζαν φωτογραφικά τις ψαριές τους, ίσως επειδή το ψάρεμα αποτελούσε περισσότερο μια δεξιότητα εμπλουτισμού με πολύτιμες πρωτεΐνες της διατροφής τους και λιγότερο τρόπο επιδεικτικής σπατάλης φυσικών πόρων, επειδή «ήθελαν να αποδείξουν ότι έζησαν». Ως τότε πάντως τα περισσότερα ψάρια που εντοπίζονται στις φωτογραφίες είναι είδη της μεγάλης οικογένειας των σπαριδών. Από το 1970 και για τα επόμενα είκοσι χρόνια οι ντουζίνες με πτώματα μεγάλων ροφών μονοπωλούσαν τις φωτογραφήσεις. Τα τελευταία χρόνια η αναλογία των ειδών έχει αλλάξει ριζικά. Τα μεγάλα μαγιάτικα, συνηθέστατα θηράματα μέχρι το 2004, βαίνουν προς εξαφάνιση, αφού νωρίς το καλοκαίρι συναντούν τον φραγμό των επαγγελματικών γρι-γρι στα νερά της Κρήτης, όπου αλιεύονται κατά χιλιάδες τόνους. Επίσης στις συναγρίδες, όψιμη ανακάλυψη των υποβρύχιων κυνηγών εξαιτίας της εισαγωγής διαφόρων τεχνικών ενέδρας, είναι εμφανής η μείωση του μέσου μεγέθους από τα 6 στα 2,5 κιλά. Στην πραγματικότητα, ορισμένα είδη έχουν πλήρως καταρρεύσει -σκοπεύω να το αποδείξω στην επόμενη παράγραφο- και η ανάκαμψή τους θα εξαρτηθεί από πολλούς παράγοντες, όπως η προστασία των τόπων αναπαραγωγής και αναζήτησης τροφής, ο χρόνος και το μέγεθος της εξάλειψης, η κατάσταση των διατροφικών τους δικτύων, πόσα χρόνια δύνανται να ζήσουν, δεδομένου ότι τα μακροβιότερα θαλάσσια είδη ανακάμπτουν πιο αργά από τα νεότερα.

Καταδυθήκαμε, με ελεύθερη κατάδυση, καταμεσής του Θρακικού σε έναν πάγκο για να εκτιμήσει ο Δημήτρης τον πληθυσμό των ροφών. Στον πυθμένα των 43 μέτρων υπήρχε μια επιμήκης σπασμένη πλάκα που απ’ τη μεριά της Θράκης σχημάτιζε ένα οριζόντιο χαράκι μήκους δεκάδων μέτρων το οποίο έλεγχαν χωροκρατικά δύο ροφοί, από τους οποίους ο μεγαλύτερος χτυπήθηκε από το λαστιχοβόλο του Δημήτρη. Στις βουτιές μου παρατήρησα ότι η καλή ορατότητα μέχρι τα δέκα μέτρα έδινε τη θέση της σε νερά σημαντικής θολερότητας, τα οποία φτάνοντας στο βάθος των 36 μέτρων αποκτούσαν τους ιριδισμούς γλυκών νερών και η θερμοκρασία χαμήλωνε βάρβαρα. Φορούσα στολή επτά χιλιοστών και «πιανόταν η καρδιά μου» απ’ το κρύο. Ακόμα, αποκαλύφθηκε η έλλειψη κοπαδιών δολώματος -παρότι λανθασμένα σημείωνε την ύπαρξή τους το βυθόμετρο, αλλά και η παρουσία ενός γιγάντιου σαλούβαρδου άνω των τεσσάρων κιλών. Η περιοχή που δεν φιλοξενεί άλλα εδραία είδη ψαριών αποτελεί για τον Δημήτρη και πέρασμα μαγιάτικων. Ο ροφός, άνω των είκοσι κιλών, τελικά ανέβηκε χάρη στον γάντζο που επέτρεψε τον χειρισμό του από τη βάρκα και όπως απέδειξε η νεκροψία ήταν θηλυκός! Ο Δημήτρης, λίγο πριν εκτελέσω την τομή στο εδραίο πτερύγιο, ήταν σίγουρος ότι ροφοί άνω των δέκα κιλών είναι αρσενικοί. Μπήκα στον πειρασμό να στοιχηματίσω ότι ο ροφός πιθανότατα θα είναι θηλυκός, υπολογίζοντας την εντατική αλιευτική προσπάθεια που έχει δεχθεί το Θρακικό υπό την πίεση των σφουγγαράδων που αλιεύουν τους ροφούς για τις μονές του Αγίου Ορους, αλλά και ικανότατων απνεϊστών όπως ο ξεναγός μου. Οι υπόλοιπες καταδύσεις στη Λαδόξερα και σε παράκτιες ξέρες απέδειξαν την ολοσχερή εξάλειψη όλης της οικογένειας των επινέφελων, οι οποίοι μπροστά στην ανύπαρκτη δυναμική των πληθυσμών τους σταματούν να παράγουν ορμόνες που επιτρέπουν τη μετατροπή σε αρσενικά ψάρια, όπως δείχνουν και οι έρευνες για τον μεσογειακό ροφό.

Καθ' όλη τη διάρκεια των καταδύσεων παρατήρησα την εγκατάλειψη δεκάδων σκοινιών αγκυροβόλησης των σκαφών μέσης αλιείας, κυρίως γρι-γρι, που έχουν ζώσει τα βραχώδη τοπία των πάγκων. Χοντρά σκοινιά, δίχτυα, ακόμα και πόρτες από μηχανότρατες ήταν ξωριασμένες ανεύθυνα, όχι μόνο εκεί, αλλά και στα αβαθή της Λαδόξερας, υποβαθμίζοντας για αιώνες αυτόν τον κάποτε μυθικό ψαρότοπο.

Σε θεοΰφαντες ακρογιαλιές

Είμαι ένας συντηρητικός νοσταλγός του παρελθόντος, στην καλύτερη περίπτωση αφελής, στη χειρότερη αντιδραστικός και υποκριτικός, όπως όταν από μέσα μου κατέκρινα τον Δημήτρη που μου εκθείαζε τα πλεονεκτήματα της συσκευής GPS, ο πρώιμος εφοδιασμός της οποίας του επέτρεψε να έχει ίσες ευκαιρίες με τους επαγγελματίες ψαράδες.

Αυθεντικός όμως εξερευνητής του Θρακικού αναδεικνύεται όποιος κολυμπήσει πλησίον της ακτής, βιώνοντας το βαθιά αλλότριο αυτής της θάλασσας. Οπως πολλοί ψαράδες του Νοτίου Αιγαίου, είχα πάντα μια ενστικτώδη συμπάθεια για τα ζεστά, φιλόξενα, διαυγή, αρεμάτιστα νερά. Η δεύτερη όμως μέρα καταδύσεων ήταν μια συνταρακτική εμπειρία. Θα ψαρεύαμε σ' ένα παράκτιο σύστημα με πλάκες ακουμπισμένες στον πυθμένα των 12 μέτρων, ανοιχτά απ’ τις βραχονησίδες Μυρμήγκια. Στην απορία μου γιατί δεν επιλέξαμε, μεσούντος του θέρους, μια πιο βαθιά ζώνη, ο Δημήτρης δεν απάντησε. Απλώς οδήγησε το σκάφος λίγες δεκάδες μέτρα πιο ανοιχτά, όπου το βυθόμετρο έδειχνε αμμώδη πυθμένα στα 19 μέτρα. «Αν είσαι άντρας, βούτα να μου φέρεις μια χούφτα άμμο!» μου πρότεινε χαμογελώντας αινιγματικά. Εκανα τρεις απόπειρες και εγκατέλειψα ντροπιασμένος την προσπάθεια. Ενώ στην αρχή ξεγελούσε η ορατότητα, μετά τα 10 μέτρα χρειαζόταν προβολέας στενής και δυνατής δέσμης για να περάσει τα αιωρούμενα σωματίδια της λάσπης. Και μιλάμε φυσικά για τις ευνοϊκότερες των συνθηκών τις μέρες που ψάρεψα! Επιστρέφοντας στην αρχική επιλογή, πριν βουτήξω, με προειδοποίησε: «Πριν είκοσι χρόνια το μέρος δουλεύτηκε άσχημα. Τώρα έχει μόνο ένα μικρό ροφουδάκι και λίγο πιο κει λίγα παντελάκια. Σε παρακαλώ, μην τα πειράξεις...».

Με αδημονία έπεσα στο νερό. Αμέσως με άρπαξε ένα καταρρακτώδες ρεύμα και με απομάκρυνε ραγδαία απ’ τη βάρκα. Η επόμενη μισή ώρα ήταν μια σισύφεια προσπάθεια να γυρίσω πίσω, αν και πρόλαβα να εκτελέσω δυο βουτιές για να παρατηρήσω τον πετρώδη πυθμένα που καλυπτόταν από πλήθος μαλακών κοραλλιών και κόκκινες γοργονίες που είχα συνηθίσει να βλέπω σε βαθύτερα νερά και οι οποίες πλάγιαζαν από το ρέμα. Κάποια στιγμή με πλησιάζει ατάραχος ο Δημήτρης και ειρωνικά αποφθέγγεται: «Με κολύμπι μόνο στην επιφάνεια τα μαγιάτικα δεν πιάνονται». Είναι περίεργο αλλά ένα μέρος των θηριωδών μαγιάτικών του ο Δημήτρης τα πιάνει σε τέτοιου είδους ρηχά υποβρύχια συστήματα, κυρίως τον Ιούνιο. Αυτό συνέβαινε ανέκαθεν, αλλά μπαίνω στον πειρασμό να υποστηρίξω ότι με την παγκόσμια κλιματική αλλαγή το Θρακικό έχει εμφανιστεί στα μαγιάτικα, ως μοναδική ευκαιρία ευνοϊκών συνθηκών θερμοκρασίας, που γίνεται όμως δίκοπο μαχαίρι όταν εντοπίζονται και εγκλωβίζονται από τα γρι-γρι της Αλεξανδρούπολης που τα έχουν αποδεκατίσει τα τελευταία χρόνια.

Ενα χαρακτηριστικό του Θρακικού είναι ότι τα ψάρια, εντός των κρύων, πλούσιων σε οξυγόνο και θρεπτικές ουσίες νερών του, φτάνουν τα μεγέθη της Δυτικής Μεσογείου όπου οι συνθήκες είναι παρόμοιες. Εχουν αλιευθεί λαβράκια 12 έως 14 κιλών, παντελήδες 4 κιλών και οι δίκιλοι σαργοί δεν είναι σπάνιοι. Αυτά τα μεγάλα κατά μέσο όρο θηράματα είναι για συγκεκριμένες περιόδους σε προσιτά βάθη, όταν ορατότητα και ρεύμα το επιτρέπουν. Ο ψαροκυνηγός στα θρακικά νερά βεβαίως ξεχνά τα μεγάλα βάθη, την επαφή με τα χρώματα του βυθού, τις στολές τριών χιλιοστών, τη χαλάρωση. Υπάρχει όμως ανταμοιβή! Λιχουδιές όπως τα νιάκια, οι τετρανόστιμες χειμάρες (είδος καλκανιού που συχνάζει στις εκβολές), τα γοφάρια, οι αστακοκαβούρες μόνο στο Θρακικό μπορεί κανείς να ελπίζει ότι θα συναντά με μια σχετική συχνότητα.

Οταν αποφάσισα να αφηγηθώ τα μυστήρια του Θρακικού πελάγους είχα ορκιστεί στην εκλεκτοφάγα γαστέρα μου να κάνω ειδική μνεία για το νιάκι, του οποίου η σάρκα θεωρείται -όχι άδικα- η αμβροσία του Βορείου Αιγαίου. Το Θρακικό είναι ο μοναδικός οικοθώκος που φιλοξενεί αυτό το ψάρι σε όλο το Αιγαίο. Ο χάρτης εξάπλωσής του ξεκινά απ’ τη λιμνοθάλασσα του Πόρτο Λάγος και φτάνει τις ακρογιαλιές της Μαρώνειας. Από την αρχαιότητα ήταν ξακουστό αυτό το ψάρι που το επιστημονικό του όνομα είναι κέφαλος ο κοινός (mugilcefalus): «Θαυμαστοί δ’ εισί των κεστρέων οι περί Αβδηρα αλισκόμενοι» γράφει ο Αθήναιος στους Δειπνοσοφιστές. Το νιάκι συλλαμβάνεται από τους ψαροτουφεκάδες καθώς κινείται πάντα από τα Ανατολικά προς τα Δυτικά, έχοντας πορεία προς τη λιμνοθάλασσα, όπου πάει να αποχύσει το αβγοτάραχο νωρίς το φθινόπωρο και όχι το Γεναροφλέβαρο, όπως θα μπορούσε να υποθέσει όποιος κυνηγά κέφαλους στο υπόλοιπο Αιγαίο. Τα μεγάλα περάσματα γίνονται τον Αύγουστο και αλιεύεται από τους δύτες με την τεχνική του ρηχού καρτεριού. Είναι αξιοπερίεργο πως όταν καμακωθεί δεν αντιδρά όπως τα υπόλοιπα είδη κεφάλων με σπασμωδικές σπαρταριστές κινήσεις, αλλά με τράβηγμα σταθερό, σχετικά έντονο και μικρής διάρκειας, σαν του λαβρακιού. Ενα ακόμη διακριτικό χαρακτηριστικό είναι ότι τα πτερύγια και η ουρά διαθέτουν ρόδινο χρώμα.

Υπήρχε μια μαγεία στα θρακιώτικα δειλινά. Εκείνο το βράδυ, πριν εγκαταλείψω το θρακικό πέλαγος, στάθηκα και κοίταξα τον ήλιο που βασίλευε πίσω από τους καλαμιώνες που εκτείνονταν στα πέρατα του κόσμου. Ψηλά, οι θύσανοι των σύννεφων άλλαζαν σχήμα σε ένα φόντο κόκκινο και πορτοκαλί, βιολετί και μοβ. Παντού ολόγυρα οι βάλτοι ανάσαιναν. Σιγόπινα ένα ποτήρι κόκκινο κρασί από το πολυβραβευμένο στο εξωτερικό, οινοποιείο «Κίκονες», που αναβίωσε με επιτυχία τον οίνο της Μαρώνειας. «Ανεμος Κικόνεσσι πέλασεν» όπως έλεγε και ο θείος Οδυσσεύς...

Κείμενο Κώστας Προμπονάς, Νότια Χίος

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο ένθετο του Εθνους "Ψάρεμα και Φουσκωτό" της 16.2.2010.

 

Your rating: Κανένα Average: 5 (6 votes)

By georgev- Δημοσιεύθηκε26 Φεβρουάριος 2010

Ετικέτες (ελεύθερη σήμανση)

Πλοήγηση βιβλίου