Παρατηρώντας το μεγάλο
ενδιαφέρον όλων των μελών
και επισκεπτών για το
θέμα της υποξίας και κατ΄
επέκταση της υπερκαπνίας
και αναπνευστικής οξέωσης,
μου δημιουργήθηκε η επιθυμία
να προσθέσω και εγώ ορισμένες
πληροφορίες τις οποίες
έχω αντλήσει τόσο από
διάφορα επιστημονικά άρθρα
αλλά και τη βασική φυσιολογία
και Εργοφυσιολογία του
ανθρώπου.
Η υποξαιμία, η υπερκαπνία,
και η οξέωση του αίματος
είναι γεγονότα τα οποία
λαμβάνουν χώρα σχεδόν
ταυτόχρονα στο σώμα. Μπορεί
να διαφέρει ο βαθμός σημαντικότητας
και σοβαρότητας του κάθε
γεγονότος αλλά ποτέ δεν
συμβαίνει κάτι από τα
παραπάνω μόνο του.
Υποξαιμία είναι η κατάσταση
αποκορεσμού του αίματος
και συγκεκριμένα της αιμοσφαιρίνης
από οξυγόνο. Ο βαθμός
αποκορεσμού είναι αυτός
που καθορίζει το βαθμό
κινδύνου για την εκδήλωση
ενός υποξικού περιστατικού
από ένα απλό τρέμουλο
και δυσκολίες κινητικού
έλεγχου μέχρι απώλεια
των αισθήσεων στην επιφάνεια
αμέσως η λίγο μετά την
ανάδυση η ακόμα και 10
μέτρα κάτω από το νερό
σε βαθιές και τραβηγμένες
χρονικά βουτιές. Ακόμα
και στην πιο εύκολη βουτιά
μας, το σώμα μας και συγκεκριμένα
ο μυϊκός ιστός και το
αίμα γίνονται υποξικά.
Ένας αποκορεσμός τους
αιματος κατά 20% οδηγεί
σε μια ανάλογη πτώση του
διαθέσιμου οξυγόνου στο
αίμα.
Το CO2 είναι το προϊόν
της καύσης του οξυγόνου
και παράγεται με όχι απόλυτα
ανάλογους ρυθμούς σε σχέση
με την κατανάλωση οξυγόνου.
Το σημαντικότερο εδώ όσον
αφορά το CO2 είναι ότι
αποτελεί τον βασικό και
κύριο διεγέρτη του νευρικού
συστήματος το οποίο κατόπιν
πυροδοτεί την έναρξη της
αναπνοής. Πριν ακόμα το
οξυγόνο βρεθεί σε κριτικά
χαμηλά επίπεδα το CO2
διεγείρει τους υποδοχείς
της αναπνοής αναπνοής.
Η αναπνευστή οξέωση είναι
αποτέλεσμα των αυξημένων
επιπέδων του CO2. Το μπλοκάρισμα
της αναπνοής δημιουργεί
ένα κλειστό αναπνευστικό
κύκλωμα. Το CO2 συσσωρεύεται
σε ιστούς όπως ο μυϊκός,
δεσμεύεται από την αιμοσφαιρίνη
κατά 30%, διασπάται τελικά
σε ιόντα Η και HCOH. Τα
ιόντα Η που είναι όξινα
και δεν έχουν εξουδετερωθεί
διαχέονται σταθερά στο
αίμα αφού πλημμυρίσουν
τους ιστούς. Δημιουργούν
ένα όξινο σταδιακά ιστικό
περιβάλλον και αίμα ρίχνοντας
το pH του αίματος κάτω
από το 7.60 που κυμαίνεται
περίπου. Αυτό διεγείρει
ακόμα περισσότερο την
αναπνοή αλλά εμποδίζει
σταδιακά την αναερόβια
παραγωγή ενέργειας εξουδετερώνοντας
πολύ σπουδαία ένζυμα.
Άρα λιγότερη ενέργεια
μπορούμε να πάρουμε αναερόβια.
Ο υπεραερισμός έχει τις
έξεις συνέπειες.
Μείωση του CO2 κάτω από
τις φυσιολογικές τιμές.
Παρά πολύ μικρή έως και
αμελητέα αύξηση του οξυγόνου
στο αίμα. Αναπνευστική
αλκάλωση που σημαίνει
αύξηση του pH του αίματος
πάνω από το 7.60 με επίσης
αρνητικές συνέπειες.
Καθώς το CO2 αποτελεί
το βασικότερο διεγέρτη
της αναπνοής και τον κύριο
παράγοντα οριοθέτησης
του τέλους της άπνοιας
εμείς τον βάζουμε σε σημαντικά
μειονεκτική θέση κάνοντας
υπεραερισμό.
Και ενώ λοιπόν το οξυγόνο
συνεχίζει να μειώνεται
εμείς δεν νιώθουμε τίποτα
αφού το οξυγόνο δεν είναι
ο κύριος διεγέρτης και
το CO2 το ρίξαμε πολύ
χαμηλά "κοροϊδεύοντας"
τους μηχανισμούς ασφάλειας
τους σώματος μας. Άρα
είμαστε μπροστά σε ένα
κίνδυνο που δεν πρόκειται
να αντιληφθούμε και θα
χτυπήσει απρόβλεπτα, απροειδοποίητα.
Πιστέψτε με δεν υπάρχει
τίποτα πιο ύπουλο και
επικίνδυνο.
Υπάρχουν επίσης ένδειξης
ότι ρίχνοντας τα επίπεδα
CO2 κάτω από το φυσιολογικό
επηρεάζεται αρνητικά ο
μεταβολισμός, η κατανάλωση
οξυγόνου και η παραγωγή
τελικά CO2.
Σε κάποιες ακραίες περιπτώσεις
ακραίας αναπνευστικής
αλκάλωσης αυξάνεται σημαντικά
η συγγένεια του οξυγόνου
με την αιμοσφαιρίνη με
αποτέλεσμα να κινδυνεύουμε
από υποξία και λιποθυμιά
χωρίς να υπάρχει έλλειψη
οξυγόνου.
Γιώργος
Γεωργάς
Μέλος της Aida
Hellas |